- διακρίναν
- διακρῖνανδιακρίνωseparate one from another: aor part act neut nom /voc /acc sg
Morphologia Graeca. 2013.
Morphologia Graeca. 2013.
διακρῖναν — διακρίνω separate one from another aor part act neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
οργάνωση — Στις κοινωνικές επιστήμες, ο όρος σημαίνει τη συγκρότηση μιας ομάδας ή ολόκληρης της κοινωνίας σύμφωνα με συνειδητή θέληση και κοινή συνεργατική ενέργεια. Ενώ για τον ατομικιστή Σπένσερ η ο. αρχίζει εκεί όπου αρχίζουν οι ανάγκες του ίδιου του… … Dictionary of Greek